βουλγαρικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: βουλγάρικος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βουλγαρικός η βουλγαρική το βουλγαρικό
      γενική του βουλγαρικού της βουλγαρικής του βουλγαρικού
    αιτιατική τον βουλγαρικό τη βουλγαρική το βουλγαρικό
     κλητική βουλγαρικέ βουλγαρική βουλγαρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βουλγαρικοί οι βουλγαρικές τα βουλγαρικά
      γενική των βουλγαρικών των βουλγαρικών των βουλγαρικών
    αιτιατική τους βουλγαρικούς τις βουλγαρικές τα βουλγαρικά
     κλητική βουλγαρικοί βουλγαρικές βουλγαρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουλγαρικός < Βουλγαρία + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

βουλγαρικός

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]