βουλευτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό θηλυκό
ονομαστική ο/η βουλευτής οι βουλευτές
& βουλευτάδες3
οι βουλευτές
      γενική του
του/της
βουλευτή1
βουλευτού
των βουλευτών
& βουλευτάδων
των βουλευτών
    αιτιατική τον/τη βουλευτή τους βουλευτές
& βουλευτάδες
τις βουλευτές
     κλητική βουλευτή
βουλευτά2
βουλευτές
& βουλευτάδες
βουλευτές
1. Μόνο για το αρσενικό.
2. Κλητική σε επίσημο ή ειρωνικό ύφος.
3. Λαϊκότροπος ή ειρωνικός δεύτερος πληθυντικός για το αρσενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουλευτής < αρχαία ελληνική βουλευτής < βουλεύω < βουλή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βουλευτής αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό και βουλευτίνα ή βουλεύτρια)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  βουλεύομαι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]