Μετάβαση στο περιεχόμενο

βουλητικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βουλητικός η βουλητική το βουλητικό
      γενική του βουλητικού της βουλητικής του βουλητικού
    αιτιατική τον βουλητικό τη βουλητική το βουλητικό
     κλητική βουλητικέ βουλητική βουλητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βουλητικοί οι βουλητικές τα βουλητικά
      γενική των βουλητικών των βουλητικών των βουλητικών
    αιτιατική τους βουλητικούς τις βουλητικές τα βουλητικά
     κλητική βουλητικοί βουλητικές βουλητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βουλητικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα βουλητικός < ελληνιστική κοινή βουλητικός (ικανός να έχει θέληση)[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vu.li.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βουλητικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

βουλητικός, -ή, -ό (λόγιο)

  1. που σχετίζεται με ή αναφέρεται στην βούληση
  2. (γραμματική, για κλίση ή κλιτικό τύπο) που εκφράζει βούληση, επιθυμία, πρόθεση, παρότρυνση, υπόθεση ή περιληπτική πρόσκληση
    παράδειγμα Το βούλομαι είναι βουλητικό ρήμα.
  3. (γραμματική, ειδικότερα, για πρόταση) που εισάγεται δευτερευόντως με το μόριο «να» και δηλώνει την βούληση του υποκειμένου
    παράδειγμα Θέλω να γυρίσω.
  4. (ψυχολογία) (ουσιαστικοποιημένο) «το βουλητικό» μέρος της ψυχής που σχετίζεται με την βούληση
     δείτε θυμικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βουλητικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. βουλητικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)