βουλητικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βουλητικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα βουλητικός < ελληνιστική κοινή βουλητικός (ικανός να έχει θέληση)[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /vu.li.tiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βου‐λη‐τι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]βουλητικός, -ή, -ό (λόγιο)
- που σχετίζεται με ή αναφέρεται στην βούληση
- (γραμματική, για κλίση ή κλιτικό τύπο) που εκφράζει βούληση, επιθυμία, πρόθεση, παρότρυνση, υπόθεση ή περιληπτική πρόσκληση
Το βούλομαι είναι βουλητικό ρήμα.
- (γραμματική, ειδικότερα, για πρόταση) που εισάγεται δευτερευόντως με το μόριο «να» και δηλώνει την βούληση του υποκειμένου
Θέλω να γυρίσω.
- (ψυχολογία) (ουσιαστικοποιημένο) «το βουλητικό» μέρος της ψυχής που σχετίζεται με την βούληση
- → δείτε θυμικό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βουλητικός
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βουλητικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ βουλητικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Ψυχολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)