βουλιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βουλιάζω < μεσαιωνική ελληνική βουλιάζω < βουλίζω < μεταγενέστερη ελληνική βολίζω (εξετάζω το πόσο βάθος έχει η θάλασσα ρίχνοντας μέσα μία βολίδα)

Open book 01.svg Ρήμα[]

βουλιάζω

  1. (μεταβατικό) βυθίζω
  2. (αμετάβατο) βυθίζομαι

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]