βουλκανισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βουλκανισμός βουλκανισμοί
γενική βουλκανισμού βουλκανισμών
αιτιατική βουλκανισμό βουλκανισμούς
κλητική βουλκανισμέ βουλκανισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουλκανισμός < αγγλική vulcanism

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βουλκανισμός αρσενικό

  • η χημική επεξεργασία του καουτσούκ με θείο για τη βελτίωση των φυσικών και μηχανικών ιδιοτήτων του
  • η αναγόμωση ελαστικών

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]