βουνίσιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βουνίσιος βουνίσια βουνίσιο
γενική βουνίσιου βουνίσιας βουνίσιου
αιτιατική βουνίσιο βουνίσια βουνίσιο
κλητική βουνίσιε βουνίσια βουνίσιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βουνίσιοι βουνίσιες βουνίσια
γενική βουνίσιων βουνίσιων βουνίσιων
αιτιατική βουνίσιους βουνίσιες βουνίσια
κλητική βουνίσιοι βουνίσιες βουνίσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουνίσιος < βουνό + -ίσιος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vu.ˈni.sços/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βουνίσιος, -α, -ο

  • που έχει σχέση με το βουνό, ανήκει σ’ αυτό, κατάγεται ή προέρχεται απ’ αυτό ή κατοικεί σ’ αυτό

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βουνίσιος αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]