Μετάβαση στο περιεχόμενο

βουνός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βουνός οἱ βουνοί
      γενική τοῦ βουνοῦ τῶν βουνῶν
      δοτική τῷ βουν τοῖς βουνοῖς
    αιτιατική τὸν βουνόν τοὺς βουνούς
     κλητική ! βουνέ βουνοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βουνώ
γεν-δοτ τοῖν  βουνοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βουνός < προελληνική προέλευση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βουνός αρσενικό

  1. (γεωγραφία) ο λόφος
  2. (ιατρική) ο θρόμβος
  3. ο βωμός