βουρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουρ < τουρκική vur (χτύπα)

Open book 01.svg Επιφώνημα[επεξεργασία]

βουρ

  1. χρησιμοποιείται ως ένδειξη βιασύνης, ορμής
  2. λέγεται για ενθάρρυνση κίνησης ή δράσης

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]