βουρδωνάριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βουρδωνάριος βουρδωναρίω βουρδωνάριοι
Γενική βουρδωναρίου βουρδωναρίοιν βουρδωναρίων
Δοτική βουρδωναρί βουρδωναρίοιν βουρδωναρίοις
Αιτιατική βουρδωνάριον βουρδωναρίω βουρδωναρίους
Κλητική βουρδωνάριε βουρδωναρίω βουρδωνάριοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουρδωνάριος < βουρδών + -άριος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βουρδωνάριος αρσενικό

  • (ελληνιστική κοινή) σταβλάρχης
    • Τῶν νῦν καλουμένων σταβλίτων ἢ βουρδωναρίων, τῶν τοὺς οὐρῆας κομούντων. (Σχόλια στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη, 491, 1)
    • (μεσαιωνική ελληνική) Γέγονεν μέντοι καὶ ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον βουρδωνάριος, καὶ ἄλλας δὲ διαφόρους διακονίας ἐγχειρισθεὶς ἀνεπιλήπτως καὶ ἀκαταγνώστως διετέλεσεν, ὥστε θαυμάζειν τοὺς τοῦ κοινοβίου πατέρας τὴν τοσαύτην ἐν νεαζούσηι ἡλικίαι ἀρετήν τε καὶ ἐπιτηδειότητα. (Κύριλλος βιογράφος, Βίος τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σάβα, 92, 12-16)