βουτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουτώ < μεσαιωνική ελληνική βουτώ < βουτίζω < αρχαία ελληνική βυθίζω < βυθός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vu.ˈtɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

βουτώ (παθητική φωνή: βουτιέμαι)

  1. (μεταβατικό) βάζω κάτι σε υγρό, το βυθίζω
  2. (αμετάβατο) μπαίνω σε υγρό, βυθίζομαι
  3. (μεταφορικά) (μεταβατικό) αρπάζω βίαια
  4. (μεταφορικά) (μεταβατικό) συλλαμβάνω
  5. (μεταφορικά) (μεταβατικό) (προφορικό) κλέβω

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]