βουτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουτώ < μεσαιωνική ελληνική βουτώ < βουτίζω < αρχαία ελληνική βυθίζω < βυθός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vuˈto/

Ρήμα[επεξεργασία]

βουτώ (παθητική φωνή: βουτιέμαι)

  1. (μεταβατικό) βάζω κάτι σε υγρό, το βυθίζω
  2. (αμετάβατο) μπαίνω σε υγρό, βυθίζομαι
    ※  Καλύτερα να βουτήξω τώρα, πριν πιω, γιατί δεν είναι σωστό να κολυμπώ μεθυσμένος. (Πέτρος Αμπατζόγλου, Το κρεβάτι)
  3. (μεταφορικά) (μεταβατικό) αρπάζω βίαια
  4. (μεταφορικά) (μεταβατικό) συλλαμβάνω
  5. (μεταφορικά) (μεταβατικό) (προφορικό) κλέβω

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]