βοϊβοδίνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βοϊβοδίνα θηλυκό
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ας με λεν βοϊβοδίνα κι ας ψοφώ από την πείνα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βοϊβοδίνα
|
|