βούβαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: βουβάλι, βουβάλα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βούβαλος οι βούβαλοι
      γενική του βούβαλου των βούβαλων
    αιτιατική τον βούβαλο τους βούβαλους
     κλητική βούβαλε βούβαλοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βούβαλος < βοῦς και λατινική bubulus

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vu.ˈva.lɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βούβαλος αρσενικό

  1. είδος άγριου και μεγαλόσωμου βοοειδούς με κοντό και αραιό τρίχωμα και μακριά κέρατα, το οποίο ζει κυρίως στην Ασία και την Αφρική
  2. (μεταφορικάμειωτικό) ο παχύς, άχαρος και δυσκίνητος άνθρωπος

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]