βούλομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βούλομαι < ρίζα βολ-, όπως και βουλή, ομηρ. βόλομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

βούλομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]