Μετάβαση στο περιεχόμενο

βούλομαι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: βουλεύομαι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βούλομαι < αρχαία ελληνική βούλομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷel(h₃)

βούλομαι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βούλομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷel(h₃)

βούλομαι

  1. θέλω, επιθυμώ
  2. προτιμώ
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 200.1
    καὶ ὃς μὲν ἂν βούληται αὐτῶν ἅτε μᾶζαν μαξάμενος ἔδει, ὁ δὲ ἄρτου τρόπον ὀπτήσας.
    Όποιου του αρέσει, αποκεί και πέρα τα ζυμώνει και τα τρώει έτσι σαν πίτες, ή πρώτα τα ψήνει όπως το ψωμί.
    Μετάφραση (1964): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
βουλ- 
  •  δείτε και τη λέξη βάλλω

λείπει η κλίση