βούλομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βούλομαι < αρχαία ελληνική βούλομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷel(h₃)
Ρήμα
[επεξεργασία]βούλομαι
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βούλομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷel(h₃)
Ρήμα
[επεξεργασία]βούλομαι
- θέλω, επιθυμώ
- προτιμώ
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 200.1
- καὶ ὃς μὲν ἂν βούληται αὐτῶν ἅτε μᾶζαν μαξάμενος ἔδει, ὁ δὲ ἄρτου τρόπον ὀπτήσας.
- Όποιου του αρέσει, αποκεί και πέρα τα ζυμώνει και τα τρώει έτσι σαν πίτες, ή πρώτα τα ψήνει όπως το ψωμί.
- Μετάφραση (1964): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- καὶ ὃς μὲν ἂν βούληται αὐτῶν ἅτε μᾶζαν μαξάμενος ἔδει, ὁ δὲ ἄρτου τρόπον ὀπτήσας.
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 200.1
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
βουλ-
βουλ-
- ἀβουλεί
- ἀβουλέω
- ἀβούλητος
- ἀβουλία
- ἄβουλος
- αἰολόβουλος
- ἀκριτόβουλος
- ἀμφίβουλος
- ἀπροβουλία
- ἀπρόβουλος
- ἀριστόβουλος
- ἀρκεσίβουλος
- ἀρχεπρόβουλος
- ἀρχιβουλευτής
- ἀρχίβουλος
- ἀρχιπρόβουλος
- αὐτεπιβούλευτος
- αὐτεπίβουλος
- αὐτοβούλησις
- αὐτοβουλήτως
- αὐτόβουλος
- βαθύβουλος
- βουλαῖος
- βουλαρχέω
- βουλαρχία
- βούλευμα
- βουλεύω
- βουλή & σύνθετα
- βουλήεις
- βουληφόρος
- βουληγορέω
- βουληγορία
- βουληγόρος
- βούλημα
- βουλημάτιον
- βούλησις
- βουλητέος
- βουλητός
- βουληφόρος
- βουληφόρως
- ἐπιβουλή
- προβουλή
- προβούλη
- προεπιβουλή
- συμβουλή
- συμβούλησις
- → δείτε και τη λέξη βάλλω
Κλίση
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- βούλομαι - Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής - Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2006‑2008. greek‑language.gr
- βούλομαι - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βούλομαι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)