βούλωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βούλωμα βουλώματα
γενική βουλώματος βουλωμάτων
αιτιατική βούλωμα βουλώματα
κλητική βούλωμα βουλώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βούλωμα < βουλώνω + -ωμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βούλωμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βουλώνω
  2. οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να βουλώσει κάποιος κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: βουλώνω

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]