Μετάβαση στο περιεχόμενο

βούνευρον

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βούνευρον ουδέτερο