βούπρηστις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βούπρηστις βουπρήστει βουπρήστεις
Γενική βουπρήστεως βουπρηστέοιν βουπρήστεων
Δοτική βουπρήστει βουπρηστέοιν βουπρήστεσι(ν)
Αιτιατική βούπρηστιν βουπρήστει βουπρήστεις
Κλητική βούπρηστι βουπρήστει βουπρήστεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βούπρηστις < βοῦς + πρήθω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βούπρηστις θηλυκό

  • (εντομολογία) είδος δηλητηριώδους κανθαρίδας που προκαλεί πρήξιμο και θάνατο στα βόδια, όταν τύχει και τη φάνε μαζί με τα χόρτα
    ἑρπετὰ γὰρ ποικίλα μεγέθει τε μέγιστα καὶ πλήθει πάμπολλα καὶ τὰς μορφὰς ἀλλόκοτα καὶ τὸν ἰὸν ἄμαχα ἐπινέμεται τὴν γῆν, τὰ μὲν ὑποβρύχια, φωλεύοντα ἐν μυχῷ τῆς ψάμμου, τὰ δὲ ἄνω ἐπιπολάζοντα, φύσαλοι καὶ ἀσπίδες καὶ ἔχιδναι καὶ κεράσται καὶ βουπρήστεις καὶ ἀκοντίαι καὶ ἀμφίσβαιναι καὶ δράκοντες καὶ σκορπίων γένος διττόν, τὸ μὲν ἕτερον ἐπίγειόν τε καὶ πεζόν, ὑπέρμεγα καὶ πολυσφόνδυλον, θάτερον δὲ ἐναέριον καὶ πτηνόν, ὑμενόπτερον δὲ οἷα ταῖς ἀκρίσι καὶ τέττιξι καὶ νυκτερίσι τὰ πτερά. (Λουκιανός, Διψάδες 3)