βούρκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: βούργος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βούρκος οι βούρκοι
      γενική του βούρκου των βούρκων
    αιτιατική τον βούρκο τους βούρκους
     κλητική βούρκε βούρκοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
βούρκος μέσα σε δάσος

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βούρκος < μεσαιωνική ελληνική βοῦρκος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βούρκος αρσενικό

  1. νερά που είναι στάσιμα, βρόμικα και δύσοσμα
  2. (μεταφορικά) ανηθικότητα, διαφθορά, ηθική κατάπτωση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]