βούτυρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βούτυρος βουτύρω βούτυροι
Γενική βουτύρου βουτύροιν βουτύρων
Δοτική βουτύρ βουτύροιν βουτύροις
Αιτιατική βούτυρον βουτύρω βουτύρους
Κλητική βούτυρε βουτύρω βούτυροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βούτυρος < αρχαία ελληνική βοῦς + τυρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βούτυρος αρσενικό (βούτῡρος)