Μετάβαση στο περιεχόμενο

βοῦττις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ βοῦττις οἱ βοῦττιες
      γενική τοῦ βοῦττιος τῶν βουττίων
      δοτική τῷ βοῦττιῐ τοῖς βοῦττιῐ(ν)
    αιτιατική τὸν βοῦττιν τοὺς βοῦττιᾰς
     κλητική ὦ! βοῦττι
& βοῦττις
βοῦττιες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βοῦττιε
γεν-δοτ τοῖν  βουττίοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'λάτρις' όπως «λάτρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βοῦττις < προελληνική [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βοῦττις, -ιος θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.