βοῦττις
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | βοῦττις | οἱ | βοῦττιες | ||||
| γενική | τοῦ | βοῦττιος | τῶν | βουττίων | ||||
| δοτική | τῷ | βοῦττιῐ | τοῖς | βοῦττιῐ(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸν | βοῦττιν | τοὺς | βοῦττιᾰς | ||||
| κλητική ὦ! | βοῦττι & βοῦττις |
βοῦττιες | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βοῦττιε | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | βουττίοιν | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'λάτρις' όπως «λάτρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βοῦττις < προελληνική [1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βοῦττις, -ιος θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- βοῦττις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'λάτρις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'λάτρις' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'λάτρις' αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)