βράκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μουσικός που φοράει βράκα και παίζει ταμπουρά
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βράκα βράκες
γενική βράκας βρακών
αιτιατική βράκα βράκες
κλητική βράκα βράκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βράκα < ελληνιστική κοινή βράκαι < λατινική bracae, πληθυντικός του braca < γαλατικά brāca < πρωτογερμανική *brāks / *brōks (γλουτοί, παντελόνι) < ινδοευρωπαϊκή *bʰrāg- (γλουτοί, παντελόνι) < *bʰreg- (σπάω, χωρίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βράκα θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]