βράνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βράνη βράνες
γενική βράνης βρανών
αιτιατική βράνη βράνες
κλητική βράνη βράνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

βράνη: Εξελληνισμός του αγγλική brane < membrane< λατινική membrana (κατά το μεμβράνη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βράνη θηλυκό - (θεωρία υπερχορδών), (φυσική), (μαθηματικά)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]