βράσιμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βράσιμο τα βρασίματα
      γενική του βρασίματος των βρασιμάτων
    αιτιατική το βράσιμο τα βρασίματα
     κλητική βράσιμο βρασίματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βράσιμο < βράζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βράσιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βράζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]