Μετάβαση στο περιεχόμενο

βρέχει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βρέχει: ρηματικός τύπος στο τρίτο ενικό πρόσωπο και σε απρόσωπη χρήση του ρήματος βρέχω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvɾe.çi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βρέχει

βρέχει, πρτ.: έβρεχε, στ.μέλλ.: θα βρέξει, αόρ.: έβρεξε (απρόσωπο ρήμα) στο τρίτο πρόσωπο ενικού (χωρίς παθητική φωνή)

  1. για τη βροχόπτωση, το φυσικό φαινόμενο της βροχής, ρίχνει βροχή, πέφτει βροχή
      Η μπουγάδα είχε τελειώσει, τα ρούχα ήταν απλωμένα στην ταράτσα, ο καιρός μουντός αλλά τουλάχιστον δεν έβρεχε (Ευγενία Φακίνου, Στο αυτί της αλεπούς, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)
  2. (μεταφορικά) για κάτι που πέφτει ή που έρχεται σε μεγάλη ποσότητα (σαν βροχή)
    παράδειγμα  βρέχει λεφτά
    παράδειγμα  «βρέχει φωτιά στη στράτα μου...» (στίχος τραγουδιού)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη βρέχω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

βρέχει