βρέχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρέχω < αρχαία ελληνική βρέχω

Ρήμα[επεξεργασία]

βρέχω

  1. (μεταβατικό) υγραίνω, διαβρέχω, μουσκεύω κάτι με κάποιο υγρό, συνήθως με νερό
    βρέχω το μαντήλι
  2. (αμετάβατο) (στο τρίτο ενικό πρόσωπο) βρέχει (→ βλέπε λέξη): περιγράφει το φυσικό φαινόμενο της βροχής
    θα βρέξει αύριο
  3. μουσκεύω, δροσίζω
    Λίγο νερό, να βρέξω το στόμα μου.
  4. (μεταφορικά) μετά από το άρθρο το: γιορτάζω πίνοντας
    το βρέξαμε χθες
  5. (μεταφορικά) ραπίζω, χτυπώ, δέρνωβλέπε έκφραση: σπάω στο ξύλο
    του τις έβρεξε
    θα στις βρέξω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Με διαφορετικό έτυμο:


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρέχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *Hreǵ- (ρέω, κυλώ)· συγγενές με το λατινικό rigo, γοτθικό rign

Ρήμα[επεξεργασία]

βρέχω

  1. (μεταβατικό) υγραίνω, διαβρέχω, μουσκεύω κάτι με κάποιο υγρό, συνήθως με νερό
  2. (ελληνιστική ) περιγράφει το φυσικό φαινόμενο της βροχής