βραδύπνοια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βραδύπνοια < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική bradypnoea < αρχαία ελληνική βραδύς + ὕπνος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βραδύπνοια θηλυκό
- (ιατρική) η παθολογικά αργή αναπνοή, με μειωμένο αριθμό αναπνευστικών κινήσεων ανά λεπτό, που μπορεί να οφείλεται σε νευρολογικές διαταραχές, φαρμακευτική αγωγή ή μεταβολικές ανισορροπίες
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)