βραδύπους

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Two toed sloth.JPG

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βραδύπους < αρχαία ελληνική βραδύπους

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βραδύπους αρσενικό

  1. (ζωολογία) (λόγιο) άλλη μορφή του βραδύποδας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βραδύπους βραδύπους βραδύπουν βραδύποι βραδύποι βραδύποα
Γενική βραδύπου βραδύπου βραδύπου βραδύπων βραδύπων βραδύπων
Δοτική βραδύπῳ βραδύπῳ βραδύπῳ βραδύποις βραδύποις βραδύποις
Αιτιατική βραδύπουν βραδύπουν βραδύπουν βραδύπους βραδύπους βραδύποα
Κλητική βραδύπους βραδύπους βραδύπου βραδύποι βραδύποι βραδύποα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βραδύπω βραδύπω
Γενική-Δοτική βραδύποιν βραδύποιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βραδύπους < βραδύς + πούς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βραδύπους, -ους, -ουν