βραδύπους

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βραδύπους οι βραδύποδες
      γενική του βραδύποδος των βραδυπόδων
    αιτιατική τον βραδύποδα τους βραδύποδες
     κλητική βραδύπους βραδύποδες
Λόγια κλίση. Δείτε και «ο βραδύποδας»
Παράρτημα
Two toed sloth.JPG

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βραδύπους < αρχαία ελληνική βραδύπους

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βραδύπους αρσενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βραδύπους βραδύπους βραδύπουν βραδύποι βραδύποι βραδύποα
Γενική βραδύπου βραδύπου βραδύπου βραδύπων βραδύπων βραδύπων
Δοτική βραδύπῳ βραδύπῳ βραδύπῳ βραδύποις βραδύποις βραδύποις
Αιτιατική βραδύπουν βραδύπουν βραδύπουν βραδύπους βραδύπους βραδύποα
Κλητική βραδύπους βραδύπους βραδύπου βραδύποι βραδύποι βραδύποα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βραδύπω βραδύπω
Γενική-Δοτική βραδύποιν βραδύποιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βραδύπους < βραδύς + πούς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βραδύπους, -ους, -ουν