βρακοφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

βρακοφόρος Κρητικός

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρακοφόρος < βράκα + -φόρος (< φέρω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βρακοφόρος, -α, -ο

  1. που φοράει βράκα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρακοφόρος αρσενικό

  1. αυτός που φοράει βράκα, συνήθως ο Κρητικός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]