Μετάβαση στο περιεχόμενο

βραχόκηπος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Βραχόκηπος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βραχόκηπος οι βραχόκηποι
      γενική του βραχόκηπου των βραχόκηπων
    αιτιατική τον βραχόκηπο τους βραχόκηπους
     κλητική βραχόκηπε βραχόκηποι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ο βραχόκηπος του μακάριου βουνού στο Ζουίχο-ιν, ενός μικρού βουδιστικού ναού στο Νταϊτόκου-τζι, στο Κιότο της Ιαπωνίας.
Ιαπωνικός βραχώδης κήπος στο Μονακό.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βραχόκηπος < βράχ(ος) + -ό- + -κηπος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vɾaˈxo.ci.pos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : βρα‐χό‐κη‐πος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βραχόκηπος αρσενικό

  • είδος κήπου που διακοσμείται με πέτρες και βράχους σε διάφορα μεγέθη
    ※  19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο βραχόκηπος, αρχική έκδοση: 1939 στην Ολλανδία μεταφρασμένος από τα γαλλικά, 1959 [στη γαλλική γλώσσα], 1960 [στην ελληνική γλώσσα σε μετάφραση του Παντελή Πρεβελάκη από το γαλλικό πρωτότυπο].
    Μεσημέρι. Ένας βραχόκηπος στο βάθος ενός παλιού μοναστηριού. Μητ' ένα λουλούδι, μητ' ένα πράσινο φύλλο, μήτε μια στάλα νερό. Τα δέντρα και τα λουλούδια πρασινίζουν κι ανθίζουν έξω από τον αψηλό αυστηρό τοίχο.
    ※  19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, εκδόσεις: Δίφρος, 1958, αρχική έκδοση 1938, σελ. 106 @google.gr/books.
    […] Ἔχουμε περίφημους κῆπους μονάχα ἀπὸ βράχους. Κανένα δέντρο, κανένα λουλούδι. Βράχοι καὶ ξεραμένα ρυάκια καὶ καταρράχτες ποὺ κατεβάζουν ὄχι νερὸ παρὰ ἄμμο. Οἱ βραχόκηποι τοῦτοι ὑποβάλλουν τὸ μεγαλεῖο, τὴν ἐρημιά, τὴν ἀπροσπέλαστη θεότητα.
    ※  Πίσω απ'το τζάμι βρισκόταν ένας βραχόκηπος, με βοτσαλωτά δρομάκια να καταλήγουν σε κάτι που έμοιαζε με λιμνούλα από χαλίκια. Ένας γιαπωνέζικος κήπος.
    Tony Parsons, Τιμωρός, εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2017, μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ, ISBN 978-618-03-0827-3 @google.gr/books.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]