βρεγμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βρεγμένος < βρέχω
Μετοχή
[επεξεργασία]βρεγμένος, -η, -ο
- αυτός που έχει βραχεί, μουσκεμένος
- ※ μου δίνει μια μπλε μεγάλη παντελονάρα ἀγγαρείας, βγάλε τήν περισκελίδα καί τό σώβρακό σου γιά νά στεγνώσουν καί φόρεσε αὐτό. Βγάζοντας τά βρεγμένα ὅλα ἀνακουφίστηκα. (Βασίλης Ιωακειμίδης, 20.000 μέρες, εκδ. Εξάντας, 1983, σελ. 49)