Μετάβαση στο περιεχόμενο

βρεχμός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ βρεχμός οἱ βρεχμοί
      γενική τοῦ βρεχμοῦ τῶν βρεχμῶν
      δοτική τῷ βρεχμῷ τοῖς βρεχμοῖς
    αιτιατική τὸν βρεχμόν τοὺς βρεχμούς
     κλητική ὦ! βρεχμέ βρεχμοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βρεχμώ
γεν-δοτ τοῖν  βρεχμοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βρεχμός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βρεχμός, -οῦ αρσενικό