βρικόλακας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βρικόλακας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βουρκόλακας ή βουλκόλακας < βουλγαρική върколак (vărkolák)[1] ή βουλγαρική ? (vĭrkolàk) ή βουλγαρική ? (vălkolàk) < προέλευσης από την πρωτοσλαβική
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /vɾiˈko.la.kas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βρι‐κό‐λα‐κας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βρικόλακας αρσενικό
- ο νεκρός που, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, βγαίνει τη νύχτα από τον τάφο του και τρέφεται με αίμα ζωντανών
Ο Νοσφεράτου ήταν βρικόλακας.
- (μεταφορικά) ο άνθρωπος που δεν κοιμάται τη νύχτα και / ή τριγυρνάει άσκοπα
Μένει σαν τον βρικόλακα όλη νύχτα ξάγρυπνος.
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]- βρυκόλακας (λανθασμένη γραφή)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βρικόλακας
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βρικόλακας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βουλγαρικά (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσα γραφή (βουλγαρικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοσλαβική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)