βρικόλακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρικόλακας βρικόλακες
γενική βρικόλακα βρικολάκων
αιτιατική βρικόλακα βρικόλακες
κλητική βρικόλακα βρικόλακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρικόλακας < μεσαιωνική ελληνική βουρκόλακας < βουλγαρική върколак (vărkolák) < πρωτοσλαβική *vьlkolakъ < *vьlkъ (λύκος) + *lakъ (δέρμα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɾi.ˈkɔ.la.kas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρικόλακας αρσενικό

  1. ο νεκρός που, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, βγαίνει τη νύχτα από τον τάφο του και τρέφεται με αίμα ζωντανών
    ο Νοσφεράτου ήταν βρικόλακας
  2. (μεταφορικά) ο άνθρωπος που δεν κοιμάται τη νύχτα και / ή τριγυρνάει άσκοπα
    μένει σαν τον βρικόλακα όλη νύχτα ξάγρυπνος

Γράφεται επίσης[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]