Μετάβαση στο περιεχόμενο

βρομερότης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βρομερότης αἱ βρομερότητες
      γενική τῆς βρομερότητος τῶν βρομεροτήτων
      δοτική τῇ βρομερότητι ταῖς βρομερότησι(ν)
    αιτιατική τὴν βρομερότητα τὰς βρομερότητας
     κλητική ! βρομερότης βρομερότητες
3η κλίση, Κατηγορία 'τάπης' όπως «τάπης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βρομερότης < βρομερ(ός) + -ότης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βρομερότης θηλυκό