βρομοδουλειά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρομοδουλειά βρομοδουλειές
γενική βρομοδουλειάς βρομοδουλειών
αιτιατική βρομοδουλειά βρομοδουλειές
κλητική βρομοδουλειά βρομοδουλειές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρομοδουλειά < βρομο- + δουλειά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɾɔ.mɔ.ðu.ˈʎa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρομοδουλειά θηλυκό

  1. δουλειά / εργασία που κάποιος δεν θέλει και τόσο να κάνει, γιατί είναι βρόμικη, δύσκολη κ.λπ.
  2. δουλειά / ενέργεια που ενέχει στοιχεία ανηθικότητας ή παραβατικότητας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]