Μετάβαση στο περιεχόμενο

βρομόπαιδο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βρομόπαιδο τα βρομόπαιδα
      γενική του βρομόπαιδου των βρομόπαιδων
    αιτιατική το βρομόπαιδο τα βρομόπαιδα
     κλητική βρομόπαιδο βρομόπαιδα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βρομόπαιδο < βρομό- + -παιδο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βρομόπαιδο ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]