βρομώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βρομῶ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρομώ < αρχαία ελληνική βρομέω / βρομῶ < βρόμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰrem
Η αρχική σημασία του βρομέω ήταν κάνω θόρυβο, κροτώ. Ακολούθησε σημασιολογική μεταβολή (μυρίζω άσχημα).[1]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βρομώ

  1. έχω άσχημη οσμή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: όζω
  2. σαπίζω, χαλάω (κυρίως για φαγητό)
  3. (συνεκδοχικά) είμαι ακάθαρτος, άπλυτος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • βρομάω ολόκληρος: επιτατική έκφραση για το: είμαι πάρα πολύ βρόμικος
  • το ψάρι βρομάει απ' το κεφάλι: η διαφθορά ξεκινά από τις ανώτερες θέσεις μιας οργάνωσης ή ομάδας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ.