βροντή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βροντή οι βροντές
      γενική της βροντής των βροντών
    αιτιατική τη βροντή τις βροντές
     κλητική βροντή βροντές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βροντή < αρχαία ελληνική βροντή < βρέμω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βροντή θηλυκό

  1. δυνατός κι εξακολουθητικός κρότος που ακούγεται μετά από την εμφάνιση μιας αστραπής
    Βροντές μακρινές ακούστηκαν• μύρισε ο αγέρας βροχή. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)
  2. οποιοσδήποτε δυνατός κρότος ή θόρυβος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]