βροντή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βροντή βροντές
γενική βροντής βροντών
αιτιατική βροντή βροντές
κλητική βροντή βροντές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βροντή < αρχαία ελληνική βροντή < βρέμω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βροντή θηλυκό

  1. δυνατός κι εξακολουθητικός κρότος που ακούγεται μετά από την εμφάνιση μιας αστραπής
  2. οποιοσδήποτε δυνατός κρότος ή θόρυβος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]