βροντερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βροντερός η βροντερή το βροντερό
      γενική του βροντερού της βροντερής του βροντερού
    αιτιατική τον βροντερό τη βροντερή το βροντερό
     κλητική βροντερέ βροντερή βροντερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βροντεροί οι βροντερές τα βροντερά
      γενική των βροντερών των βροντερών των βροντερών
    αιτιατική τους βροντερούς τις βροντερές τα βροντερά
     κλητική βροντεροί βροντερές βροντερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βροντερός < βροντή

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɾon.deˈɾos/

Επίθετο[επεξεργασία]

βροντερός

  1. δυνατός σε ένταση και εντυπωσιακός σαν τη βροντή
    απαντάμε με ένα βροντερό "όχι"

Μεταφράσεις[επεξεργασία]