Μετάβαση στο περιεχόμενο

βροτός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: βρότος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βροτός οἱ βροτοί
      γενική τοῦ βροτοῦ
βροτοῖο (επικός)
τῶν βροτῶν
      δοτική τῷ βροτ τοῖς βροτοῖς
βροτοῖσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν βροτόν τοὺς βροτούς
     κλητική ! βροτέ βροτοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βροτώ
γεν-δοτ τοῖν  βροτοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βροτός < *μβροτός (παραβάλετε τερψίμβροτος, ἄμβροτος) < πρωτοελληνική *mrətós (*μροτός), με επένθεση (μρ > μβρ) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mr̥tós (νεκρός, θηντός) < *mr̥- μηδενική βαθμίδα + *-tós < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mer- (πεθαίνω). Συγγενή: λατινική mortuus.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bɾo.tós/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: βροτός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βροτός, -οῦ/οῖο αρσενικό

  1. θνητός, αντιθέτως προς τον θεό
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Αἴας, στίχ. 1028
    σκέψασθε, πρὸς θεῶν, τὴν τύχην δυοῖν βροτοῖν.
    Για τον θεό, συλλογιστείτε αυτή την τύχη δυο θνητών
    Μετάφραση (2012): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ @greeklanguage.gr
     αντώνυμα: ἀθάνατος, ἄμβροτος, θεός
  2. (γενικότερα) άνθρωπος
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἑκάβηw, στίχ. 240
    οἶδα γὰρ πολλοὺς βροτῶν | σεμνοὺς γεγῶτας, τοὺς μὲν ὀμμάτων ἄπο, | τοὺς δ᾽ ἐν θυραίοις·
    Γιατί ξέρω πολλούς ανθρώπους που είναι υπερόπτες, | άλλοι μακριά από τα βλέμματα του κόσμου | και άλλοι μέσα στην τύρβη των πολλών.
    Μετάφραση (1994): Γιώργος Γεραλής, Αθήνα: Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος @greeklanguage.gr
  3. κανένας, κάποιος
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 331
    ἤ τευ σῆμα βροτοῖο πάλαι κατατεθνηῶτος
    είτ᾽ είναι μνήμα κανενός που απέθανε το πάλαι
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Τραχίνιαι, στίχ. 2
    Λόγος μὲν ἔστ᾽ ἀρχαῖος ἀνθρώπων φανεὶς | ὡς οὐκ ἂν αἰῶν᾽ ἐκμάθοις βροτῶν, πρὶν ἂν | θάνῃ τις, οὔτ᾽ εἰ χρηστὸς οὔτ᾽ εἴ τῳ κακός
    Είν᾽ ένας λόγος που γυρνά στον κόσμο | απ᾽ τα παλιά τα χρόνια: πως δεν είναι | να ξέρεις για κανένα, πριν πεθάνει, | αν τού ηταν ή καλή ή κακή η ζωή του.
    Μετάφραση χ.χ.: Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα: Εστία @greeklanguage.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]