βροχίλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βροχίλα οι βροχίλες
      γενική της βροχίλας
    αιτιατική τη βροχίλα τις βροχίλες
     κλητική βροχίλα βροχίλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βροχίλα < βροχή + -ίλα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɾɔ.ˈçi.la/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βροχίλα θηλυκό

  • η (ευχάριστη για πολλούς) μυρωδιά που αναδύεται μετά από βροχή
    Είναι υγρός ο καιρός, μυρίζει βροχίλα και το χώμα της μεθοριακής τούτης πόλης αναταράζουνε οι βόμβες που πέφτουνε παραπέρα κι ο κρότος των πολυβόλων σκεπάζει τις φωνές των εργατών. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]