βρυχώμενος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]βρυχώμενος, -η, -ο
- που βρυχάται κυριολεκτικά ή μεταφορικά, ενώ βρυχάται, καθώς βρυχάται, με το να βρυχάται
- Το βρυχώμενο ποντίκι (ειρωνικά, αφού βρυχάται μόνο το λεοντάρι, από το έργο The Mouse That Roared του Leonard Wibberley)
- ※ Μόλις το αρθρωτό θηρίο προσεγγίζει βρυχώμενο στον σταθμό, οι περισσότερο σπεύδουν στα τελευταία βαγόνια, εντελώς αντιδιαμετρικά από εκεί όπου περιφέρεται η ίδια. (Γρηγόρης Αζαριάδης, Παραπλάνηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)