βρόμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: βρώμα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρόμα βρόμες
γενική βρόμας
αιτιατική βρόμα βρόμες
κλητική βρόμα βρόμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρόμα < μεσαιωνική ελληνική βρόμα < αρχαία ελληνική βρομέω / βρομῶ < βρέμω. Η γραφή με ω προέρχεται από σύγχυση με το αρχαίο ουδέτερο ουσιαστικό βρῶμα, από τη φράση σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvɾɔ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρόμα θηλυκό

  1. η έλλειψη καθαριότητας
    το σπίτι είναι μες στη βρόμα, έχουμε να καθαρίσουμε δυο βδομάδες
  2. (μεταφορικά) ανήθικη γυναίκα

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]