βρόμικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρόμικο βρόμικα
γενική βρόμικου βρόμικων
αιτιατική βρόμικο βρόμικα
κλητική βρόμικο βρόμικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρόμικο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρόμικο ουδέτερο

  1. (οικείο) χορταστικό σάντουιτς από καντίνα στο δρόμο
    • (κατ’ επέκταση) κάθε αγοραστό μεγάλο σάντουιτς
    • (συνεκδοχικά) καντίνα στο δρόμο που πουλάει σάντουιτς

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

βρόμικο