βρόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βρόμος βρόμω βρόμοι
Γενική βρόμου βρόμοιν βρόμων
Δοτική βρόμ βρόμοιν βρόμοις
Αιτιατική βρόμον βρόμω βρόμους
Κλητική βρόμε βρόμω βρόμοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρόμος < βρέμω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mrem-

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

βρόμος αρσενικό

  1. τριγμός
  2. κρότος
  3. ταραχή
  4. μανία
  5. πάταγος
  6. είδος σιτηρού, η βρόμηβρώμη/ βρόμη) (πιθανόν να μην ετυμολογείται από το βρέμω)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

βρόμος αρσενικό