βρόχι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βράγχιο

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρόχι βρόχια
γενική βροχιού βροχιών
αιτιατική βρόχι βρόχια
κλητική βρόχι βρόχια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρόχι < μεσαιωνική ελληνική βρόχι(ν) < ελληνιστική κοινή βρόχιον < αρχαία ελληνική βρόχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρόχι ουδέτερο

  1. θηλιά (με ειδικό μηχανισμό) με την οποία παγιδεύουμε (μικρά) θηράματα
    Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή, / μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι, / έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί, / γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ. // Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς, / κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει, / μονάχος βρες την άκρη της κλωστής, / κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι. (Από τραγούδι σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Σταύρου Ξαρχάκου)
  2. (μεταφορικά) ξεγέλασμα, πλεκτάνη, παγίδευση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]