βρόχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βρόγχος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρόχος βρόχοι
γενική βρόχου βρόχων
αιτιατική βρόχο βρόχους
κλητική βρόχε βρόχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρόχος < αρχαία ελληνική βρόχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρόχος αρσενικό

  1. (λόγιο) η θηλιά σε μία κρεμάλα
    Αυτοκτόνησε κάνοντας βρόχο με το καλώδιο της σόμπας.
  2. (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε σφίγγει και πνίγει
  3. (πληροφορική) σύνολο εντολών προγραμματισμού που επαναλαμβάνονται κυκλικά, μέχρι να ικανοποιηθεί μια συνθήκη
  4. (ηλεκτρολογία) κλάδοι δικτύου που αναπτύσσονται σε κλειστή (κυκλική) διαδρομή

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]