βρόχος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | βρόχος | οι | βρόχοι |
| γενική | του | βρόχου | των | βρόχων |
| αιτιατική | τον | βρόχο | τους | βρόχους |
| κλητική | βρόχε | βρόχοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βρόχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βρόχος[1]. Οι σημασίες στην τεχνολογία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική loop. Η σημασία «ιατρικό εργαλείο» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική snare[2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈvɾo.xos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βρό‐χος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βρόχος αρσενικό
- (λόγιο) θηλιά σε μία κρεμάλα
Αυτοκτόνησε κάνοντας βρόχο με το καλώδιο της σόμπας.
- (παρωχημένο) θηλιά για παγίδευση μικρών ζώων όπως πουλιά
- (λόγιο, μεταφορικά) οτιδήποτε σφίγγει και πνίγει και κατ’ επέκταση, δεσμεύει και πιέζει
- (προγραμματισμός) σύνολο εντολών προγραμματισμού που επαναλαμβάνονται κυκλικά όσο ικανοποιείται μία συγκεκριμένη συνθήκη
- (ηλεκτρολογία) κλάδοι δικτύου που αναπτύσσονται σε κλειστή (κυκλική) διαδρομή
- (τηλεπικοινωνίες) ζεύξη μεταξύ της τερματικής συνδρομητικής συσκευής και του τοπικού τηλεφωνικού κέντρου μεταγωγής
τοπικός βρόχος
- (ιατρική, εργαλείο) συρμάτινη χειρουργική αγκύλη για την αφαίρεση μικρών όγκων, κυρίως πολυπόδων
- κενό στο πλέγμα διχτυού
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βρόχος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ βρόχος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | βρόχος | οἱ | βρόχοι |
| γενική | τοῦ | βρόχου | τῶν | βρόχων |
| δοτική | τῷ | βρόχῳ | τοῖς | βρόχοις |
| αιτιατική | τὸν | βρόχον | τοὺς | βρόχους |
| κλητική ὦ! | βρόχε | βρόχοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βρόχω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | βρόχοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /bɾó.kʰos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βρό‐χος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βρόχος, -ου αρσενικό
- θηλιά ή σχοινί δεμένο σε κόμπο για απαγχονισμό ή στραγγαλισμό
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 22 (χ. Μνηστήρων φόνος.), στίχ. 472
- δειρῇσι βρόχοι ἦσαν, ὅπως οἴκτιστα θάνοιεν.
- με τη θηλιά γύρω από τον λαιμό τους περασμένη, να βρούνε άθλιο θάνατο
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- δειρῇσι βρόχοι ἦσαν, ὅπως οἴκτιστα θάνοιεν.
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 60.2
- βρόχῳ περὶ ὦν ἔβαλε τὸν αὐχένα
- περνά θηλιά γύρω απ᾽ το λαιμό
- Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- βρόχῳ περὶ ὦν ἔβαλε τὸν αὐχένα
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἄλκηστις, στίχ. 229 (229-230)
- καὶ πλέον ἢ βρόχῳ δέρην | οὐρανίῳ πελάσσαι;
- θα ᾽ναι λίγο το λαιμό μου να περάσω | σε θηλειά.
- Μετάφραση (1972): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Εστία @greek‑language.gr
- καὶ πλέον ἢ βρόχῳ δέρην | οὐρανίῳ πελάσσαι;
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη, στίχ. 1222 (1220-1222)
- ἐν δὲ λοισθίῳ τυμβεύματι | τὴν μὲν κρεμαστὴν αὐχένος κατείδομεν, | βρόχῳ μιτώδει σινδόνος καθημμένην
- στο βάθος | του τάφου μέσα κρεμασμένη εκείνη | με γύρω στο λαιμό θηλιά στριμμένη | απ᾽ τη δίμιτη ζώστρα της
- Μετάφραση (1940): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα: Εστία @greek‑language.gr
- ἐν δὲ λοισθίῳ τυμβεύματι | τὴν μὲν κρεμαστὴν αὐχένος κατείδομεν, | βρόχῳ μιτώδει σινδόνος καθημμένην
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 22 (χ. Μνηστήρων φόνος.), στίχ. 472
- (γενικότερα) θηλιά· για διάφορες χρήσεις
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 7 (Πολύμνια), 85.2
- ἐπεὰν συμμίσγωσι τοῖσι πολεμίοισι, βάλλουσι τὰς σειρὰς ἐπ᾽ ἄκρῳ βρόχους ἐχούσας
- όταν έρθουν στα χέρια με τον εχθρό, ρίχνουν τα λουριά τους, που στην άκρη τους έχουν θηλιά
- Μετάφραση (1993): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- ἐπεὰν συμμίσγωσι τοῖσι πολεμίοισι, βάλλουσι τὰς σειρὰς ἐπ᾽ ἄκρῳ βρόχους ἐχούσας
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Ἀρριανός, Ἀνάβασις Ἀλεξάνδρου, 2, 21.7
- ἐξάπτοντες οὖν βρόχους τῶν λίθων ἀπὸ τοῦ χώματος ἀνέσπων αὐτοὺς ἔξω τῆς θαλάσσης
- Τότε οι Μακεδόνες περνούσαν θηλιές στους βράχους και από τον μόλο τούς τραβούσαν έξω από τη θάλασσα
- Μετάφραση (1986, 1998): Θεόδωρος Χ. Σαρικάκης, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. @greek‑language.gr
- ἐξάπτοντες οὖν βρόχους τῶν λίθων ἀπὸ τοῦ χώματος ἀνέσπων αὐτοὺς ἔξω τῆς θαλάσσης
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 7 (Πολύμνια), 85.2
- παγίδα για τα πουλιά
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες, στίχ. 527
- κἀν τοῖς ἱεροῖς | πᾶς τις ἐφ᾽ ὑμῖν ὀρνιθευτὴς | ἵστησι βρόχους, παγίδας, ῥάβδους, | ἕρκη, νεφέλας, δίκτυα, πηκτάς
- ως και μες στα ιερά πουλολόγοι πολλοί | παν και στήνουν για σας, για να πιάσουν εσάς, | δίχτυα, ξόβεργες, βρόχια, πλεμάτια, θηλιές, |ανεσπάθες, καπάντζες·
- Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greek‑language.gr
- κἀν τοῖς ἱεροῖς | πᾶς τις ἐφ᾽ ὑμῖν ὀρνιθευτὴς | ἵστησι βρόχους, παγίδας, ῥάβδους, | ἕρκη, νεφέλας, δίκτυα, πηκτάς
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες, στίχ. 527
- (μεταφορικά) βρόχι, πλέγμα διχτυών· ξεγέλασμα, πλεκτάνη, παγίδευση
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Χοηφόροι, στίχ. 557
- δόλῳ γε καὶ ληφθῶσιν, ἐν ταὐτῷ βρόχῳ
- έτσι με δόλο να πιαστούν και στα όμοια βρόχια
- Μετάφραση, 1η έκδοση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greek‑language.gr
- δόλῳ γε καὶ ληφθῶσιν, ἐν ταὐτῷ βρόχῳ
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Χοηφόροι, στίχ. 557
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- βρυγχός (στον Ησύχιο)
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
- ↑ βρόχος σελ. 243 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- βρόχος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βρόχος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Προγραμματισμός (νέα ελληνικά)
- Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά)
- Τηλεπικοινωνίες (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Εργαλεία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *merg- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ος (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σοφοκλή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αρριανό (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)