βρύση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρύση < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική βρύω
μία βρύση (1) και ο μηχανισμός της

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρύση θηλυκό

  1. μεταλλικό, συνήθως, εξάρτημα με διακόπτη που διακόπτει ή επιτρέπει και ρυθμίζει την παροχή νερού ή άλλου υγρού
  2. κατασκευή σε ανοιχτό χώρο για τη λήψη νερού από το κοινό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]