βρώμικος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | βρώμικος | η | βρώμικη | το | βρώμικο |
| γενική | του | βρώμικου | της | βρώμικης | του | βρώμικου |
| αιτιατική | τον | βρώμικο | τη | βρώμικη | το | βρώμικο |
| κλητική | βρώμικε | βρώμικη | βρώμικο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | βρώμικοι | οι | βρώμικες | τα | βρώμικα |
| γενική | των | βρώμικων | των | βρώμικων | των | βρώμικων |
| αιτιατική | τους | βρώμικους | τις | βρώμικες | τα | βρώμικα |
| κλητική | βρώμικοι | βρώμικες | βρώμικα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈvɾo.mi.kos/
Επίθετο
[επεξεργασία]βρώμικος
- παρωχημένη γραφή του βρόμικος
- ※ Από μέσα οι Γύφτοι έχουν κολλήσει στους τοίχους τα σανιδένια χάρβαλά τους, που τα στολίζουν τενεκέδες. Έβλεπα κάτι στενές αυλές, βρώμικες, και ήταν μέσα στιβαγμένες γύφτισσες μισόγυμνες, και γυφτόπουλα κουρελιασμένα. (Ίων Δραγούμης, Στην Πόλη, 1904)