βρώσιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βρώσιμος βρώσιμη βρώσιμο
γενική βρώσιμου βρώσιμης βρώσιμου
αιτιατική βρώσιμο βρώσιμη βρώσιμο
κλητική βρώσιμε βρώσιμη βρώσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βρώσιμοι βρώσιμες βρώσιμα
γενική βρώσιμων βρώσιμων βρώσιμων
αιτιατική βρώσιμους βρώσιμες βρώσιμα
κλητική βρώσιμοι βρώσιμες βρώσιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρώσιμος < αρχαία ελληνική βρώσιμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βρώσιμος

  1. που μπορεί να φαγωθεί, που είναι κατάλληλος για τροφή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ βρώσιμος τὸ βρώσιμον οἱ, αἱ βρώσιμοι τὰ βρώσιμα
Γενική τοῦ, τῆς βρωσίμου τοῦ βρωσίμου τῶν βρωσίμων τῶν βρωσίμων
Δοτική τῷ, τῇ βρωσίμῳ τῷ βρωσίμῳ τοῖς, ταῖς βρωσίμοις τοῖς βρωσίμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν βρώσιμον τὸ βρώσιμον τοὺς, τὰς βρωσίμους τὰ βρώσιμα
Κλητική βρώσιμε βρώσιμον βρώσιμοι βρώσιμα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βρωσίμω
Γενική-Δοτική βρωσίμοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρώσιμος < βρῶσις + -ιμος < βιβρώσκω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βρώσιμος, -ος, -ον

  1. βρώσιμος