Μετάβαση στο περιεχόμενο

βυζί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βυζί τα βυζιά
& βυζά
      γενική του βυζιού των βυζιών
    αιτιατική το βυζί τα βυζιά
& βυζά
     κλητική βυζί βυζιά
& βυζά
Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βυζί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βυζί(ν) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βύζιον, με πολλές εκδοχές ετυμολόγησης[1]. Παραβάλετε αρχαίο επίρρημα βύζην (πυκνά), ελληνιστική κοινή βυζόν (πυκνό, μεγάλο)[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /viˈzi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βυζί

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βυζί ουδέτερο

  1. (οικείο ή χυδαίο) ο μαστός
  2. (στον πληθυντικό) «τα βυζιά» το γυναικείο στήθος
    άλλες μορφές: βυζά
  3. (μεταφορικά) ειδική οπή σε σαμπρέλα, για την εισαγωγή και αφαίρεση αέρα και το φούσκωμα ή το ξεφούσκωμά της

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
βυζ- 

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. βυζί - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  • βυζί -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
  • βυζί - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)