βυζί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βυζί | τα | βυζιά & βυζά |
| γενική | του | βυζιού | των | βυζιών |
| αιτιατική | το | βυζί | τα | βυζιά & βυζά |
| κλητική | βυζί | βυζιά & βυζά | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βυζί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βυζί(ν) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βύζιον, με πολλές εκδοχές ετυμολόγησης[1]. Παραβάλετε αρχαίο επίρρημα βύζην (πυκνά), ελληνιστική κοινή βυζόν (πυκνό, μεγάλο)[2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /viˈzi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βυ‐ζί
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βυζί ουδέτερο
- (οικείο ή χυδαίο) ο μαστός
- (στον πληθυντικό) «τα βυζιά» το γυναικείο στήθος
- άλλες μορφές: βυζά
- (μεταφορικά) ειδική οπή σε σαμπρέλα, για την εισαγωγή και αφαίρεση αέρα και το φούσκωμα ή το ξεφούσκωμά της
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
βυζ-
βυζ-
- αβύζαγος
- αβύζαστος
- αβύζαχτος
- αβύζωτος
- ανθοβυζάστρα
- αποβυζαίνω
- αποβύζασμα
- αργοβυζαίνω
- βύζαγμα
- βυζαγμένος
- βυζαίνω
- βυζάκι
- βυζακώνω
- βύζαμα
- βυζανιάρικο
- βύζανο
- βυζανούμενος
- βυζάνω
- βυζάρα
- βύζαρος
- βυζαρού
- βύζασμα
- βυζασμένος
- βυζαστάρι
- βυζαστάρικο
- βυζασταρούδι
- βυζαστικά (πληθυντικός)
- βυζάστρα
- βυζάστρια
- βυζαχτά (επίρρημα)
- βυζαχτάρικος
- βυζαχτής
- βυζαχτικός
- βυζάχτρα
- βυζόπονος
- βυζορώγι
- βύζος
- βυζοτράβηγμα
- βυζού
- βυζούδι
- βυζώνω
- γιδοβυζάστρα
- γλυκοβυζαγμένος
- γλυκοβυζαίνω
- γλυκοβύζαστος
- γλυκοβύζαχτος
- δεξόβυζα (επίρρημα)
- διχαλοβύζα
- καλαμοβύζω
- λιονταροβυζάστρα
- ορθοβύζα
- ορθοβύζω
- ορφανοβύζαχτος
- παραβυζάστρα
- πρωτοβυζαγμένος
- πρωτοβυζαίνω
- πρωτοβύζαχτος
- ραγοβύζι
- ρωγοβύζι
- στερνοβύζης
- χυμοβυζαίνω
- Όροι με βυζ — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
βυζί στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ βυζί - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- βυζί - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- βυζί - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδί' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (νέα ελληνικά)
- Οικείοι όροι (νέα ελληνικά)
- Χυδαιολογίες (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)