βυζολόος
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βυζολόος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βυζολόος αρσενικό
- το μπιμπερό
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- βυζολόος - Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου του Δρ. Γιώργου Β. Γεωργίου. Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi